Συνεχίζοντας σε αυτό τον ιστότοπο αποδέχεστε τη χρήση των cookies όπως αυτή περιγράφεται στην πολιτική των cookies.

Εκτύπωση

"Η αβάσταχτη ελαφρότητα των ανδρών Νο. 2"

on .

elafrothta2 

"Η αβάσταχτη ελαφρότητα των ανδρών Νο. 2"

(Το διήγημα του Σαββάτου)

... Κι έτσι, έκανα το ριψοκίνδυνο βήμα. Τηλεφώνησα.

Από την άλλη μεριά της γραμμής η φωνή που ακούστηκε ουδεμία σχέση είχε με το πώς είχα πλάσει στο μυαλό μου τον «… κύριο 48 ετών με καλή φυσική κατάσταση». Τρεμουλιαστή και σε τόνους λίγο ψηλότερους απ’ το σύνηθες. Παρόλα αυτά, το ραντεβού στα τυφλά κλείστηκε για δύο απογεύματα μετά, ακριβώς στις 7, μπροστά στα Applebee’s της Λεωφόρου Αλεξάνδρας. Με το που φιξαρίστηκε, αμέσως το μετάνιωσα.

«Κακή αρχή κάναμε. Τέτοια φωνή προϊστορική…,» είπα μετά στην κολλητή μου την Άννα.

«Σώπα καλέ, ακόμα δεν τον είδες και πας να τον βγάλεις off!» Μου έβαλε πάγο εκείνη. «Μην είσαι προκατειλημένη, μπορεί να ήταν και το τρακ της πρώτης επαφής, μπορεί και να σου φάνηκε!».

Η μέρα του Ραντεβού στα Τυφλά είχε φτάσει νωρίτερα απ’ όσο το άντεχα. Έφτασα στο σημείο του ραντεβού τρία λεπτά πριν τις επτά. Δεν μ’ αρέσει να με περιμένουν οι άνθρωποι. Στάθηκα μπροστά στην περιστρεφόμενη πόρτα του εστιατορίου και περίμενα να εμφανιστεί ο αναμενόμενος. Του είχα περιγράψει καταλεπτώς τι ρούχα θα φορούσα, μιας και τα είχα ήδη επιλέξει. Δεν ήθελα να είναι ούτε προκλητικά ώστε να δίνουν άδικα υποσχέσεις, ούτε όμως και να με κάνουν να μοιάζω σα θεούσα. Τουλάχιστον, το ότι δεν θα ‘μουν τίποτα διαφορετικό από τον καθημερινό μου εαυτό, με έκανε να αισθάνομαι μια κάποια παρηγοριά.

«Σ’ αρέσει - δε σ’ αρέσει αυτό που βλέπεις, αυτό θα πάρεις!» Έλεγα από μέσα μου καθώς στεκόμουνα σαν σημαδούρα μπρος τα σκαλοπάτια του Applebee’s.

Τα λεπτά έτρεχαν. Πήγε επτά και πέντε, επτά και δέκα, επτά και τέταρτο. Και καθώς η ώρα περνούσε ανησυχητικά, άρχισα με τα μάτια μου να σβαρνίζω τριγύρω. Μήπως ο άνθρωπος ήταν ήδη εκεί και δεν μ’ είχε αναγνωρίσει;

«Για να δούμε… Στο περίπτερο, ένας νεαρός με piercing στα φρύδια αγοράζει καπνό, παραδίπλα στέκεται ένας παππούς με κάτι μπόγους που περιμένει το λεωφορείο. Πίσω απ’ την πλάτη μου περνάνε τρία πιτσιρίκια με τσάντες φροντιστηρίου και φωνάζουν για να τους ακούσει όλη η Πανόρμου. Μπα, κανείς υποψήφιος. Α, για δες, κι ένας τύπος ντυμένος αλλόκοτα χαζεύει τη μόστρα του κρεπατζίδικου παραδίπλα...».

Εδώ και ώρα τον είχε πάρει το μάτι μου να στέκεται εκεί, αλλά σίγουρα ήταν κι αυτός άσχετος. Τράβηξα τη μανσέτα του παλτού μου κάπως επιδεικτικά, και κοίταξα την ώρα που ήταν περασμένη. «Επτά και εικοσιπέντε ακριβώς θα φύγω έτσι ακριβώς όπως έχω έρθει. Όπως δεν μ’ αρέσει να στήνω κόσμο, δεν μ’ αρέσει καθόλου και να με στήνουν!», είπα μέσα μου και πήρα μια γερή τζούρα θριάμβου. Επιτέλους, το ραντεβού θα το γλίτωνα και μάλιστα, με άριστη δικαιολογία!

Ωστόσο, το κοίταγμα του ρολογιού φάνηκε να είχε… δραστικά αποτελέσματα. Ο «άσχετος» ξαφνικά ξεκόλλησε απ’ τη βιτρίνα, και με βήματα αβέβαια με πλησίασε διστακτικά. Οι φόβοι μου σχετικά με τις αγγελίες είχαν επιβεβαιωθεί:  Μαλλί περμανάντ (ναι, για άντρα μιλάω) φρεσκοβαμμένο «μαονί», σε τόνους κομοδίνου. Βαμμένα κομοδινί και τα φρύδια, ώστε ούτε τρίχα άσπρη να μην ξεφεύγει απ’ το τεχνητό αυτό κράνος. Σακάκι ανοιχτόχρωμο με μεγάλα καρό, υπερμεγέθεις βάτες στους ώμους. Το σταύρωμα των κουμπιών, απ’ τον αφαλό και κάτω. Μανίκια που σέρνονται χαμηλά, μέχρι τις άκρες των δακτύλων. Δανεικό; Δεν ήξερα, μα την αλήθεια μου. Το μόνο σίγουρο ήταν πως το ‘χαν  κομμένο και ραμμένο επάνω σ’ έναν άντρα δύο φορές πιο ψηλό απ’ τον μελλοντικό μου συνοδό. Μια τέτοια «καλή φυσική κατάσταση» ήταν κάτι που ομολογουμένως, δεν το περίμενα… Χριστέ μου, σκέφτηκα, από μακριά μοιάζει με τον Robocop! Και είχα μόλις μετανιώσει που δεν είχαν προλάβει να παρέλθουν οι επτά κι εικοσιπέντε.

«Είστε η Ειρήνη;» ρώτησε η ίδια ψιλή, τρεμουλιαστή φωνή που είχα ακούσει κι απ’ το τηλέφωνο. Ήτανε πλέον πολύ αργά για το σκάσω. Καθίσαμε σε ένα τραπεζάκι για δύο, στον πάνω όροφο του Applebee’s. Αμηχανία. Μετά από τρία λεπτά ήρθαν κι οι δύο φυσικοί χυμοί λεμόνι που είχαμε παραγγείλει. Προς το παρόν εγώ προσευχόμουνα να τρέξει η ώρα, απασχολώντας εντωμεταξύ τα μάτια μου με το πώς στριφογύριζαν τα παγάκια μέσα στο ποτό όταν τα κυνηγούσα με το ροζ καλαμάκι. Πώς αλλιώς να κάνω, που τον έβλεπα και μ’ έπιανε ναυτία…

«Σας παρατηρούσα από πριν», μου εξομολογήθηκε, «Έχω έρθει απ’ τις επτά παρά. Αλλά μου φαινόσασταν πολύ νεότερη από τριάντα έξη, και είπα δεν θα είναι εκείνη…». Και πού να του πω, πως το δικό του κομοδινί  μαλλί μάταια προσπαθούσε να κρύψει πως δεν ήταν σαράντα οκτώ. Το πιθανότερο δε απ’ όλα, πενήντα οκτώ…, σκέφτηκα έντρομη.

«Σας ευχαριστώ για τα ενθαρρυντικά σας λόγια, αλλά έχω κλείσει τα τριάντα οκτώ,» είπα και προσπάθησα να φανώ πως χαμογελάω ανέμελα. Δεν μου προέκυψε, το χαμόγελο βγήκε κάπως στεγνό.

Το θέμα της συζήτησης το διάλεξε αυτός. Είχε σαν κέντρο τις γυναίκες που, «Πολύ κομπλεξικά» κατά τη δική του τη γνώμη, «...προσπαθούνε μάταια πάντα, να κρύψουν την ηλικία τους»… Άκουγα καλά; Ναι, ο συνομιλητής μου αγόρευε παθιασμένα.

«Γιατί τόσος πανικός για τα χρόνια τους; Δεν το καταλαβαίνουν ότι το ψέμα κάποτε θα βγει στην επιφάνεια;» Με ρώταγε και με ξαναρώταγε. Μπήκα στον πειρασμό να αντιστρέψω την ερώτηση.

«Και προς τι τόση υστερία καλέ μου Robocop, γιατί τόσο «δήθεν» και τόσο φτιασίδωμα;» Μάλλον ο επίδοξος συνοδός μου «εξ ιδίων έκρινε τα αλλότρια». Κρατήθηκα όμως, σαν γνήσια μαζοχίστρια.

«Ήρθες που ήρθες, για τιμωρία θα την “εκτίσεις” τη θητεία σου σ’ αυτό το ραντεβού μέχρι τέλους!»  Είπα στον εαυτό μου.

(Συνεχίζεται, αισίως το επόμενο Σάββατο…)

 "Κάθε αναδημοσίευση του παρόντος απαιτεί την άδεια της συγγραφέως" © Δώρα Νικολαΐδου, Ιανουάριος 2014

Της ΔΩΡΑΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΟΥ

doranikolaidou1

Η Δώρα Νικολαΐδου είναι Ψυχολόγος - Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας & Συγγραφέας. Εδώ και μια δεκαετία ζει και εργάζεται στο Χαλάνδρι. Έχει γράψει το ιστορικό μυθιστόρημα "Μια Κυριακή με την Αλεξάνδρα" και αρθρογραφεί σε επιλεγμένα διαδικτυακά σάιτ.

www.doranikolaidou.gr

www.stigmiotipa-zois.blogspot.gr

 

 

Για να διαβάσετε την "Αβάσταχτη ελαφρότητα των ανδρών Νο. 1", πατήστε εδώ.